Η ιστορία μιας ραπτομηχανής - The story of a sewing machine



-Σου έχω μια έκπληξη μου είπε, έλα στη κουζίνα να δεις!

Έτρεξα βιαστικά, φορώντας ακόμα τις πυτζάμες μου και τί να δω!  Ένα σωρό μικροσκοπικά, χρωματιστά ρουχαλάκια !

– Τί είναι αυτά γιαγιά;

- Είναι για την κούκλα σου, στα έφτιαξα το βράδυ, σου χω κάνει αυτό το φόρεμα το ροζ για να την βγάζεις βόλτα, τις κίτρινες πυτζάμες της για να μοιάζουν με τις δικές σου και αυτό το κουστουμάκι για να πηγαίνει στο σχολείο το Σεπτέμβριο μαζί σου.




- Μα γιαγιά, ρώτησα σαστισμένη, πώς τα έκανες όλα αυτά; Όλη εκείνη την ώρα που καθόμουνα εκεί μπροστά στο τραπέζι, νόμιζα πως ακόμα κοιμόμουν, πως ο Άγιος Βασίλης έρχεται και τα καλοκαίρια και μου είχε αφήσει το φετινό μου δώρο.

Ήμουνα πολύ στενοχωρημένη χτές γιατί η Λένα, η αγαπημένη μου κούκλα έπεσε και χτύπησε αλλά το χειρότερο τα ρούχα της γίνανε χάλια, στραπατσαριστήκανε... Η γιαγιά πήρε και την έπλυνε αλλά τα ρούχα της ήτανε θολά, χωρίς ζωντάνια και φαινότανε  σαν άρρωστη η καημενούλα.

Και να που τώρα! Η Λένα έχει καινούρια ρούχα!

- Μα πώς τα έκανες όλα αυτά γιαγιά; την ξαναρώτησα.

-Με αυτήν εδώ την ραπτομηχανή μου είπε, και μου έδειξε μια μηχανή Singer του χεριού, μαύρη, λαμπερή που σιγούσε εκεί δίπλα.

-Ξέρεις τι είναι αυτή; Έλα να ντύσουμε την Λένα και θα σου πω μια ιστορία.

Έβαλα στη Λένα, την κίτρινη πυτζαμούλα με τα άσπρα κουμπάκια και βιάστηκα να καθίσω στην αγκαλιά της γιαγιάς μου για να ακούσω τα πάντα για αυτή τη μαγική μηχανή.

Γιατί οι καλύτερες ιστορίες λέγονται μόνο στην αγκαλιά της γιαγιάς.

Αυτή η ραπτομηχανή είναι της πρόγιαγιάς σου και είναι ακόμα ενεργή. Την έφερε κουβαλώντας την στα χέρια το  '14 όταν ήρθαν διωγμένοι από τους τούρκους από το Νεοχώρι.  Ήταν ένα μεγάλο και όμορφο χωριό κοντά στην Κωνσταντινούπολη.

Η Μαριώ η μάνα μου παρόλο που ταν έγγυος και είχε και άλλα μικρά, το μόνο που σκέφτηκε να πάρει όταν ξεκίνησε ο διωγμός, ήταν το βαλιτσάκι της ραπτομηχανής και 2 μπαούλα κεντητά.

Και όταν την ρώταγα, γιατί μάνα; -γιατί μόνο αυτά; μου έλεγε:

«Κόρη, τέτοιες ώρες καθείς κοιτούσε να πάρει το βιός του, τί να ‘παιρνα;  τα στάρια ή τα κρασιά;  Πήρα τη μηχανή, που θα μας έδινε ψωμί.. Εγώ αυτή τη δουλειά ήξερα να κάνω από τη μάνα μου, να κεντώ και να ράβω, τίποτα άλλο. Και τα μπαούλα τα πουλήσαμε, όταν μας σταμάτησαν τα μπλόκα των Τούρκων για να πάρουμε ένα κομμάτι ψωμί. Και θέλανε και τη μηχανή, αλλά ο πατέρας σου μπήκε μπροστά. Και όταν φτάσαμε στη Δράμα μπάλωνα και έραβα για να παίρνω λίγο φαί για τα παιδιά. Και η μηχανή εκεί μαζί μας, σαν ένα από τα παιδιά μας. Και μετά πάλι φύγαμε από εκεί και ήρθαμε εδώ στο χωριό, στο Μυριόφυτο και το πρώτο πράγμα που ακούμπησε ο πατέρας σου στο χώμα ήταν η ραπτομηχανή. Αυτή η μηχανή είναι η ιστορία μας, είναι ότι μας έμεινε απο τις περιουσίες μας, από τις καλές εποχές.»

Η ραπτομηχανή είναι βράχος, είπε η γιαγιά μου, η βελονιές της είναι σταθερές. Έλα να σου δείξω την βελόνα πώς κατεβαίνει και τρυπά το ύφασμα. Την βλέπεις πόσο ελαφρά ανεβαίνει; Δες και εδώ την κουβαρίστρα και πώς ξετυλίγεται η κλωστή..

Ξέρεις, με αυτήν τη μηχανή έμαθα και εγώ να ράβω, τα ρούχα των θείων σου εδώ τα έραβα για να πάνε στο σχολείο, αποβραδύς με το λούξ, για να ναι έτοιμα την άλλη μέρα. Και όταν θέλαμε να πάμε στην εκκλησία, χαλούσα ένα από τα παλιά παντελόνια του παππού σου και έφτιανα δυο μικρά παντελονάκια. 

Αυτό ήταν όλο! Πώς σου φάνηκε η ιστορία μικρή μου; Να τη θυμάσαι για πάντα!

Γιαγιά, της είπα με σοβαρό ύφος κοιτώντας τα μελιά της μάτια, θα μου μάθεις να ράβω; 


Για περισσότερα κείμενα έμπνευσης δείτε εδώ

3 σχόλια :

  1. Σ΄ευχαριστώ πολύ, είναι 100% αληθινή!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. τι λες τωρα ρε??πως τα θυμασαι ολα αυτα....εγω φανταζομαι ημουν Νικητη ετσι?

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...
Pin It